03 Ιαν Το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού άνοιξε τις πύλες του
Εγκαινιάστηκε η νέα μόνιμη έκθεση την Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου στο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, στην Πλάκα, από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.
Το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, ένα από τα παλιότερα μουσεία της χώρας, εγκαινίασε τη νέα μόνιμη έκθεση, με την οποία το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στον άνθρωπο.
Το όραμα και η αποστολή του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού ήταν και είναι να αφουγκράζεται τις αγωνίες και τους αναστοχασμούς ενός κοινωνικού γίγνεσθαι διαρκώς μεταλλασσόμενου, παραμένοντας με αυτόν τον τρόπο ένας οργανισμός ζωντανός και ελκυστικός για το κοινό του.
Σήμερα, το ιστορικό αυτό Μουσείο που ιδρύθηκε το 1918 και βρίσκεται στο κατώφλι του δεύτερου αιώνα της ζωής του, εξακολουθεί να πορεύεται ως φορέας κοινωνικής αλλαγής και ανανέωσης, με τις αρχές της βιωματικής προσέγγισης και της ψυχαγωγικής εκπαίδευσης να κυριαρχούν στη νέα εκθεσιακή του πολιτική.
Το μουσειακό αφήγημα στη νέα μόνιμη έκθεση αναπτύσσεται σε ένα σύμπλεγμα 4.000 τετραγωνικών μέτρων, όπου δεκαοχτώ σπίτια και παράσπιτα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα φιλοξενούν από μία θεματική ενότητα που αναφέρεται σε μια έκφανση του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, δημιουργώντας έτσι ένα ιδιότυπο πολιτιστικό τοπίο που διατρέχει και συνέχει τον ευρύτερο πολεοδομικό ιστό της ιστορικής Αθήνας.
Στην έκθεση κυριαρχεί η ανθρωποκεντρική προσέγγιση, δηλαδή αφ’ ενός η ανάδειξη των αντιλήψεων και της ζωής των ανθρώπων «πίσω» και «μέσα» από τα μουσειακά αντικείμενα και αφ’ ετέρου η έμφαση στην εμπειρία που αποκομίζει ο επισκέπτης από την επίσκεψή του στο Μουσείο.
Video: ANA-MPAwebTV
Τρεις χιλιάδες εκθέματα, που χρονολογούνται από τα μέσα του 18ου αι. έως και το 1970, από κάθε περιοχή όπου έδρασε ο ελληνισμός, διαδραστικές ψηφιακές εφαρμογές, πολυμέσα και εποπτικό υλικό συνθέτουν την εικόνα ενός σύγχρονου Μουσείου, όπου τα νέα τεχνολογικά μέσα ενσωματώνονται εννοιολογικά και αρχιτεκτονικά στη συνολική αφήγηση της έκθεσης και εντάσσονται αρμονικά στο σύνολο των εκθεσιακών μέσων. Στόχος και πρόκληση ταυτόχρονα, παραμένει πάντα η παρουσία ενός Μουσείου που θα δεσμεύεται στην προσέγγιση ενός ευρύτερου κοινού και που θα διεκδικεί με τόλμη τη θέση του στη «βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου».
Έλενα Μελίδη – Διευθύντρια του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού
ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ – H ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
Το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού (ΜΝΕΠ) είναι το μοναδικό Δημόσιο Μουσείο του Υπουργείου Πολιτισμού που πραγματεύεται τον νεότερο ελληνικό πολιτισμό μέσα από τεκμήρια της υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Ιδρύθηκε το 1918 και στεγάστηκε στο Τζαμί Τζισδαράκη στο Μοναστηράκι. Στη μακρόχρονη πορεία του οι αλλαγές στην επωνυμία του, από «Μουσείον Ελληνικών Χειροτεχνημάτων», σε «Μουσείον Κοσμητικών Τεχνών», «Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης» και σήμερα «Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού», αποτυπώνουν κάθε φορά τη συλλεκτική του πολιτική και την ανάγκη η θεσμική του παρουσία να εκφράζεται στον ευρύτερο πολιτιστικό χώρο με τρόπο επίκαιρο και καταλυτικό. Η ίδρυσή του έχει άμεση σχέση με μια σειρά πρωτοβουλιών και εξελίξεων στην πνευματική και πολιτική ζωή του τόπου στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αιώνα, σε μια εποχή που το εθνικό ζήτημα βρίσκεται σε έξαρση και η απόδειξη της διαχρονικής συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού προβάλλει επιτακτική. Στη διοικητική επιτροπή του Μουσείου που συστήνει ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του, συμμετέχουν αρχαιολόγοι και προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών ενώ πρώτος διευθυντής ορίζεται ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Μαλέας. Η έκθεση συγκροτείται από αντικείμενα λαϊκής τέχνης με βασικό κριτήριο για την επιλογή τους την καλλιτεχνική και αισθητική τους αξία και μοναδικότητα. Στην περίοδο του Μεσοπολέμου, η τότε διευθύντρια Άννα Αποστολάκι συνεχίζει τον αγώνα διάσωσης των αντικειμένων του λαϊκού πολιτισμού ανταποκρινόμενη στην ανάγκη της εποχής να αναδειχθεί η λαϊκή τέχνη και να αναζητηθεί σε αυτήν η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.
Στη δεκαετία του 1950, μετά τον πόλεμο, το Μουσείο ανοίγει ξανά για το κοινό και στο μεταξύ όλα έχουν αλλάξει. Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται και οι άνθρωποί της κατακλύζουν τις πόλεις αλλάζοντας τρόπο ζωής και νοοτροπία. Ο παραδοσιακός τρόπος ζωής κινδυνεύει με εξαφάνιση. Το Μουσείο αποδύεται και πάλι σ’ έναν αγώνα διάσωσης. Οι συλλογές του μεγαλώνουν και το 1973 μεταφέρεται στο κτήριο της οδού Κυδαθηναίων 17 στην Πλάκα. Τα επόμενα χρόνια η έκθεσή του επεκτείνεται και πλαισιώνεται με πολλές δραστηριότητες: εκπαιδευτικά προγράμματα, περιοδικές εκθέσεις, διαλέξεις και συνέδρια, ερευνητικές αποστολές και εκδόσεις, παραστάσεις και εκδηλώσεις. Το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, όπως ονομάζεται από το 1959, γίνεται ένα πολύπλευρο, εξωστρεφές ίδρυμα, σημείο αναφοράς στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Τη δεκαετία του 1980, ο αστικός τρόπος ζωής έχει πια παγιωθεί. Το Μουσείο μετρά πλέον πολλά χρόνια ζωής ώστε τα αντικείμενά του να παίρνουν σιγά-σιγά μια θέση στη μνήμη, στη νοσταλγία και στην καταξίωση. Εργαλεία και ηλεκτρικές συσκευές, ρούχα και αξεσουάρ μόδας ακόμα και παιχνίδια μπαίνουν στις συλλογές του και μαζί τους μπαίνουν και οι συναρπαστικές ιστορίες τους. Τα αντικείμενα τεκμηριώνονται και ερμηνεύονται ως τεκμήρια ζωής, οι μαρτυρίες των ανθρώπων που τα χρησιμοποίησαν καταγράφονται σχολαστικά, ενώ φωτογραφίες και αρχειακό υλικό συγκεντρώνεται δημιουργώντας έναν τεράστιο πλούτο περιεχομένου. Σήμερα το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού ξεδιπλώνεται σε μια πρωτότυπη και πρωτοποριακή μόνιμη έκθεση, όπου ο νεότερος ελληνικός πολιτισμός προβάλλεται σφαιρικά και τα αντικείμενα γίνονται αφορμή και μέσον για να αναδειχθούν οι αντιλήψεις, τα αισθητικά πρότυπα, η τεχνογνωσία και η τέχνη των ανθρώπων του πρόσφατου παρελθόντος, σε πολλούς άγνωστο αλλά καταλυτικό για τη συγκρότηση της ατομικής και συλλογικής μας ταυτότητας.
ΤΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ
Η Στοά του Αττάλου και η αποκατεστημένη εκκλησία του Αγίου Ελισσαίου, αποτελούν αντίστοιχα το δυτικό και ανατολικό όριο του οικοδομικού τετραγώνου όπου στεγάζεται το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού μεταξύ των οδών Αδριανού – Άρεως – Κλάδου και Βρυσακίου, στην καρδιά του ιστορικού κέντρου. Στο μεταίχμιο των δύο αυτών μνημειακών και συμβολικών ορίων της αρχαίας και της μεταβυζαντινής κληρονομιάς εντάσσεται αυτός ο θύλακας του πολεοδομικού ιστού της Αθήνας των πρώιμων χρόνων μετά την Απελευθέρωση που διασώζεται έως σήμερα. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική «κοινότητα – γειτονιά» της Αθήνας του 19ου αιώνα με συγκεκριμένα φυσικά όρια, κοινωνική και πολιτισμική ομοιογένεια που αποτυπώνει με ενάργεια τις κοινωνικο – οικονομικές δομές και τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά της εποχής. Εδώ διασώζονται τμήματα του υστερορρωμαϊκού τείχους, αυτό που οικοδόμησαν οι Αθηναίοι μετά την επιδρομή των Ερούλων (267 μ.Χ.) για να προστατεύσουν την πόλη τους. Ο βυζαντινός ναός του Αγίου Θωμά, τρίκλιτη βασιλική του 6ου – 7ου αι. μ.Χ. με μεταγενέστερες φάσεις οικοδόμησης που συνδέεται με αρχοντικές οικογένειες της Αθήνας (Παλαιολόγοι, Λύμπονες κ.α.) και λειτουργούσε ως ενοριακός ναός στις αρχές του 19ου αι. Η πύλη και η κλίμακα του αρχοντικού του Χωματιανού – Λογοθέτη, χαρακτηριστικό οικοδόμημα του α’ μισού του 18ου αι. με σημαντικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής της καθώς στην οικία αυτή φιλοξενήθηκαν σημαντικές προσωπικότητες, όπως πρόξενοι και περιηγητές. Ο αποκατεστημένος ναός του Αγίου Ελισσαίου, κτητορική εκκλησία της οικογένειας του Χωματιανού – Λογοθέτη, όπου ο «Άγιος των Γραμμάτων», Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, έψελνε στις αγρυπνίες μαζί με τον εξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραϊτίδη παρουσία πολλών πνευματικών ανθρώπων της εποχής, το σπίτι του Νικόλαου Δραγούμη, αλλά και νεότερα οικοδομήματα με στοιχεία της Οθωνικής περιόδου και της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Τζαμί Τζισδαράκη, εμβληματικό μνημείο των όψιμων οθωμανικών χρόνων στην πλατεία Μοναστηρακίου, εντάσσεται και αυτό δυναμικά στη μόνιμη έκθεση του Μουσείου καθώς φιλοξενεί μία από τις δέκα βασικές θεματικές ενότητες της αφήγησης. Χτισμένο το 1759 από τον τότε βοεβόδα των Αθηνών Τζισδαράκη, στην καρδιά της περιοχής που ήταν γνωστή ως Κάτω Παζάρι, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς ως στρατώνας της στρατιωτικής μπάντας, φυλακή και αποθήκη, ενώ το 1915 αναστηλώθηκε από τον Αναστάσιο Ορλάνδο για να στεγάσει το 1918 το νεοϊδρυθέν Μουσείο.
Η ΝΕΑ ΜΟΝΙΜΗ ΕΚΘΕΣΗ
Τα κτήρια, δεκαοχτώ στο σύνολό τους, απαλλοτριωμένα προ δεκαετιών, διατηρήθηκαν και αποκαταστάθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού για να φιλοξενήσουν τις πολύτιμες συλλογές του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού. Κάθε εκθεσιακή ενότητα πραγματεύεται και μια πτυχή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.
Περισσότερες πληροφορίες: mnep.gr
Πηγή: culturenow.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια