Σιάτιστα: Όταν η πέτρα θυμάται τους καιρούς της δόξας

Σιάτιστα: Όταν η πέτρα θυμάται τους καιρούς της δόξας

Υπάρχουν τόποι που δεν φανερώνουν αμέσως τα μυστικά τους. Χρειάζεται υπομονή, περπάτημα στα στενά, βλέμμα που ξέρει να διαβάζει την ιστορία πίσω από τις όψεις. Η μικρή πόλη της Δυτικής Μακεδονίας, απλωμένη στις πλαγιές του Βέλλα σε υψόμετρο εννιακοσίων είκοσι μέτρων, είναι μια τέτοια περίπτωση. Απέχει είκοσι οκτώ χιλιόμετρα από την Κοζάνη, κοιτάζει προς την κοιλάδα του Αλιάκμονα, κι όμως η γεωγραφία της δεν είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της.

Τρεις αιώνες ζωής, από τον δέκατο έβδομο ως τον δέκατο ένατο, χάρισαν στον τόπο αυτόν μια λάμψη που δεν έσβησε ποτέ. Όταν οι εμπορικοί δρόμοι της Ευρώπης διασταυρώνονταν με τις βαλκανικές διαδρομές, όταν οι συντεχνίες των γουναράδων έστελναν τα προϊόντα τους μέχρι τα μεγάλα αστικά κέντρα, όταν το κρασί που φτιαχνόταν εδώ ταξίδευε με καραβάνια προς όλες τις κατευθύνσεις, τότε γεννήθηκε μια αστική κοινωνία που άφησε το αποτύπωμά της με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο: χτίζοντας.

Όψεις και υφές μιας άλλης εποχής

Περίπου τριάντα κατοικίες από εκείνη την περίοδο έχουν διασωθεί. Δεν είναι απλά κτίσματα, είναι αφηγήσεις στερεοποιημένες σε πέτρα και ξύλο. Συντεχνίες χτιστών από την Ήπειρο και τη Μακεδονία έφτιαχναν αυτά τα οχυρωμένα κελύφη, με υπόγεια και ημιυπόγεια επίπεδα, με εσωτερικές αυλές κρυμμένες από τα ξένα βλέμματα, με όψεις που έμοιαζαν με φρούρια. Η αίσθηση της ασφάλειας ήταν επιτακτική. Οι επιδρομές συνέβαιναν συχνά.

Όμως μόλις ανεβείς στον όροφο, όπου δεχόταν ο οικοδεσπότης τους καλεσμένους του, το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Τοίχοι ζωγραφισμένοι με φυτικά μοτίβα, με μυθολογικές σκηνές, με πορτρέτα. Βιτρό στα παραθυρόφυλλα. Ξυλόγλυπτα τζάκια διακοσμημένα με γύψινες λεπτομέρειες. Κάθε επιφάνεια μιλάει για αισθητική που δανείστηκε στοιχεία από την Κεντρική Ευρώπη, όπου πολλοί από τους εμπόρους περνούσαν μεγάλα διαστήματα για τις δουλειές τους ή για να μορφωθούν τα παιδιά τους.

Το πιο εμβληματικό δείγμα είναι η Οικία Πουλκίδη, γνωστή σήμερα ως Αρχοντικό της Πούλκως. Ξεκίνησε να ανεγείρεται το 1752 και ανακαινίστηκε υποδειγματικά το 2017, όταν άνοιξε στο κοινό (επικοινωνία: 2465021352). Δύο ακόμη σπίτια αξίζουν την προσοχή: η Οικία Μανούση, όπως αναγράφει επιγραφή στην πρόσοψη από το 1762 και η κατοικία Δόλγκηρα, που χτίστηκε το 1700 και σήμερα στεγάζει Λαογραφικό Μουσείο. Για πληροφορίες ξενάγησης μπορεί κανείς να απευθυνθεί στο δημοτικό περίπτερο της κεντρικής πλατείας (τηλ. 2465022254).

Η μνήμη που κρύβεται στους ναούς

Όταν το 1701, χτίστηκε ο ναός του Προφήτη Ηλία στο κεντρικό ύψωμα, κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γινόταν φορέας ενός ιδιαίτερου μηνύματος. Ο Αναστάσιος Ιωάννου Καλούδης, με τους αδελφούς του, ήρθε από το Καπέσοβο των Ιωαννίνων για να αγιογραφήσει τον χώρο. Και στον γυναικωνίτη εμφανίζονται μορφές που συνήθως δεν συναντάς σε βυζαντινούς ναούς: ο Πλάτωνας, ο Σόλων, ο Πλούταρχος, ο Θουκυδίδης, ακόμη και η προφήτισσα Σίβυλλα. Παρόμοιες παραστάσεις, μαζί με εξαιρετικά ξυλόγλυπτα, υπάρχουν και στην Αγία Παρασκευή, την αρχαιότερη εκκλησία της πόλης (1772), που βρίσκεται στη συνοικία της Γεράνειας.

Αυτό το εικονογραφικό στοιχείο, η παρουσία των αρχαίων φιλοσόφων δίπλα στους αγίους, δείχνει πως ήδη από εκείνη την εποχή οι κάτοικοι της περιοχής είχαν αναπτύξει συνείδηση της διαχρονικής τους ταυτότητας. Δεν ένιωθαν απλώς Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά κληρονόμοι ενός πολιτισμού που εκτεινόταν βαθιά στο παρελθόν.

Στον ίδιο ναό, άλλωστε, τιμάται ο προστάτης των γουναράδων. Η βιοτεχνία της γούνας υπήρξε τόσο κερδοφόρα που πολλοί εγκατέλειψαν την παραδοσιακή ενασχόληση με τα αμπέλια για να στραφούν σε αυτόν τον κλάδο. Μόνο όταν, στη δεκαετία του ογδόντα, ο κλάδος παρήκμασε, η αμπελουργία ξαναβρήκε τη θέση της στην τοπική οικονομία.

Πολιτισμικοί θησαυροί σε απροσδόκητα μέρη

Το Τραμπάντζειο Γυμνάσιο στεγάζει δύο εξειδικευμένες συλλογές που εντυπωσιάζουν. Η πρώτη είναι το Παλαιοντολογικό Μουσείο, που ιδρύθηκε το χιλιοσπτακόσια έξι από τον καθηγητή Αναστάσιο Δάνα. Το κεντρικό έκθεμα είναι ο σκελετός ενός προϊστορικού ελέφαντα που βρέθηκε στο Καλονέριο και έζησε εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες χρόνια πριν. Οι χαυλιόδοντές του σώζονται ολόκληροι. Η δεύτερη συλλογή ανήκει στο Βοτανικό Μουσείο του Ορειβατικού Συλλόγου «Ο Μπούρινος», με εντυπωσιακή ποικιλία δειγμάτων από τη χλωρίδα του όρους Βέλλα και του γειτονικού Άσκιου, που εδώ ονομάζεται Σινιάτσικο.

Η Μανούσιος Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη φιλοξενεί σπάνιες εκδόσεις από τον δέκατο πέμπτο έως τον δέκατο ένατο αιώνα, ενώ το Εκκλησιαστικό Μουσείο διαθέτει εικόνες από τον δέκατο έκτο έως τον δέκατο ένατο αιώνα και βιβλία τυπωμένα στην Κωνσταντινούπολη και τη Βενετία.

Το κρασί που ταξίδεψε την Ευρώπη

Παράλληλα με τους εμπόρους και τους γουναράδες, οι οινοποιοί διαμόρφωσαν την τοπική ταυτότητα. Το λιαστό κρασί, είχε φτάσει μέχρι τα Γιάννενα, τη Θεσσαλονίκη, ακόμη και την Κεντρική Ευρώπη. Το 1793, θεσπίστηκε η ζώνη Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης Σιάτιστα, με την προϋπόθεση τα αμπέλια να βρίσκονται σε υψόμετρα άνω των εξακοσίων μέτρων.

Η διαδικασία παραγωγής απαιτεί υπομονή. Τα σταφύλια, κυρίως μοσχόμαυρο, χοντρόμαυρο, νιγρικιώτικο, ξινόμαυρο, απλώνονται σε σίτες, σε σκιερά και αεριζόμενα σημεία, για σαράντα έως εξήντα ημέρες. Η υγρασία φεύγει, τα σάκχαρα συμπυκνώνονται. Ακολουθεί πίεση, φιλτράρισμα και ωρίμανση σε βαρέλια για τέσσερα με πέντε χρόνια. Το φρέσκο λιαστό είναι ημίξηρο, πορτοκαλί, ενώ το παλαιωμένο είναι κόκκινο και γλυκό.

Σήμερα λειτουργούν τέσσερα επισκέψιμα οινοποιεία: «Δύο Φίλοι», «Νάκος», «Magoutes Vineyard» και «Ώττας». Υπάρχουν επίσης επτά παραδοσιακά κελάρια που δέχονται επισκέπτες με ραντεβού. Η περιοχή αποτελεί μέρος της Διαδρομής του Κρασιού των Λιμνών, μαζί με το γειτονικό Βελβεντό.

Το να μπεις σε ένα κελάρι με διακόσια χρόνια ιστορίας, να μυρίσεις την υγρασία, τα αρώματα που ωριμάζουν στα βαρέλια, να δοκιμάσεις τα κρασιά καθισμένος σε παραδοσιακά έπιπλα, όλα αυτά μετατρέπουν την πληροφορία σε βιωματική εμπειρία.

Η γένεση ενός καταφυγίου

Η πόλη χωρίζεται σε δύο συνοικίες με διαφορετική ιστορική προέλευση, τη Γεράνεια και τη Χώρα, που σήμερα έχουν ενωθεί λόγω της επέκτασης. Συστηματική κατοίκηση υπήρξε από τον 15ο αιώνα, όταν Χριστιανοί αναζήτησαν ασφάλεια στις φυσικά οχυρωμένες πλαγιές του βουνού, μακριά από τις διώξεις εκείνης της περιόδου. Οι πρώτοι οικιστές, ίδρυσαν τη Γεράνεια και έχτισαν την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Αργότερα, καθώς περισσότεροι καταφεύγαν από τους γύρω οικισμούς, διαμορφώθηκε η Χώρα.

Όταν το λαϊκό έθιμο γίνεται θέαμα

Δύο μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις διατηρούνται ζωντανές. Οι Καβαλάρηδες γιορτάζονται κάθε Δεκαπενταύγουστο. Περίπου εκατόν πενήντα ιππείς ξεκινούν από τη Σιάτιστα και διανύουν δώδεκα χιλιόμετρα μέχρι το μοναστήρι στο Μικρόκαστρο Κοζάνης, όπου προσκυνούν την εικόνα της Παναγίας. Μετά τη λειτουργία σταματούν στο ξωκλήσι του Αη-Λιά Μικροκάστρου, συνοδευόμενοι από τα παραδοσιακά χάλκινα όργανα της περιοχής.

Τα Μπουμπουσάρια, από την άλλη, είναι ένας αποκριάτικος εορτασμός που διεξάγεται την ημέρα των Θεοφανείων και κλείνει με γλέντι στην πλατεία της Γεράνειας. Μεταμφιεσμένοι περνούν από τα δρομάκια, ο κόσμος χορεύει στους ήχους των χάλκινων, και οι μασκαρεμένοι σατιρίζουν τα επίκαιρα γεγονότα. Είναι στην ουσία ένα πρώιμο καρναβάλι, με βαθιές ρίζες στις αρχαίες διονυσιακές τελετές.

Υπάρχει μια αίσθηση παγωμένου χρόνου καθώς περπατάς στα λιθόστρωτα της Σιάτιστας. Οι λέξεις «ακμή» και «παρακμή» δεν φαίνεται να έχουν την ίδια βαρύτητα εδώ. Ο πλούτος που χτίστηκε σε τρεις αιώνες δεν εξαφανίστηκε, απλώς μεταμορφώθηκε. Από εμπορικό κέντρο έγινε μνημείο, από βιομηχανική δραστηριότητα έγινε βιωματικό ταξίδι, από οικονομική δύναμη έγινε πολιτισμικός προορισμός. Και ίσως αυτή η μετάβαση είναι το πιο τιμητικό που μπορεί να συμβεί σε έναν τόπο: να μετατρέπει την ιστορία του σε ζωντανή αφήγηση, χωρίς να χάνει την ουσία του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: tornosnews.gr, Photo: Xinomavri, Wikipedia Creative Commons

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ανάρτηση σχολίου