Κορυσχάδες: Όταν η πέτρα διηγείται ιστορίες

Κορυσχάδες: Όταν η πέτρα διηγείται ιστορίες

Υπάρχουν τόποι όπου η ιστορία δεν καταγράφεται μόνο σε βιβλία, αλλά ζωγραφίζεται στις πέτρινες όψεις των σπιτιών, χαράσσεται στα ξύλινα δοκάρια των σαχνισιών, ψιθυρίζεται από τα νερά ενός ρέματος. Τέτοιος είναι ο οικισμός που στέκει ακόμα όρθιος στα 940 μέτρα υψόμετρο, τέσσερα μόλις χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, αγκαλιασμένος από τρεις ορεινούς φύλακες: το Παλαιόκαστρο, το Λεκογιάννη και το Ψηλό Κοτρόνι.

Η αρχιτεκτονική της νοσταλγίας

Από τον δεκάτο ένατο και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, ένα κύμα μετανάστευσης άρχισε να ξεριζώνει ανθρώπους από την άγονη ευρυτανική γη, μεταφέροντάς τους στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι έφυγαν δεν ξέχασαν ποτέ την πατρίδα τους. Τα χρήματα που στέλνανε πίσω, δεν προορίζονταν για απλές κατοικίες, αλλά για επιβλητικά διώροφα αρχοντικά, σπίτια που θα φιλοξενούσαν τις οικογένειες τους, που θα αποτελούσαν προίκα για τις αδελφές τους που έμεναν πίσω.

Για να υλοποιήσουν αυτό το όραμα, προσκάλεσαν τους πιο ικανούς τεχνίτες της εποχής: Πυρσογιαννίτες και Τζουμερκιώτες μαστόρους από την Ήπειρο. Έτσι γεννήθηκε ένας οικισμός που οι αρχιτεκτονικές του επιρροές αντανακλούν ταυτόχρονα την ηπειρώτικη τέχνη και την κωνσταντινοπολίτικη αισθητική. Τα σαχνισιά, εκείνες οι εντυπωσιακές προεξοχές που στηρίζονται σε ξύλινες δοκούς και ξεπερνούν τα όρια του ισογείου, μαζί με τους κεντρικούς εξώστες, δημιουργούν ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό σύνολο. Μέσα, ολόκληρα ξυλόγλυπτα ταβάνια, έτοιμα και ολοκληρωμένα, ταξίδευαν από την Πόλη, συνοδευόμενα από τμήματα των μπαλκονιών. Το ισόγειο στέγαζε τα ζώα, ο επάνω όροφος τις κρεβατοκάμαρες, ενώ στο πίσω μέρος βρισκόταν το «μαντζάρο», όπως αποκαλούσαν την κουζίνα.

Χρονικό μιας διάσωσης

Η διατήρηση αυτού του αρχιτεκτονικού θησαυρού δεν ήταν τυχαία. Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, συγκεκριμένα το 1974-75, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, με τον Τζανή Τζανετάκη στην προεδρία, υιοθέτησε ένα φιλόδοξο σχέδιο. Δώδεκα παραδοσιακοί οικισμοί επιλέχθηκαν για να μετατραπούν σε παραδοσιακούς ξενώνες, μεταξύ αυτών η Μακρυνίτσα, η Πορταριά, το Πάπιγκο, η Βάθια, τα Μεστά, η Αρεόπολη, η Οία, τα Αμπελάκια, και οι Κορυσχάδες. Το πρόγραμμα αυτό, εμπνευσμένο από τον διάσημο αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη, ανέλαβε να ανακαινίσει τα αρχοντικά και να τα μεταμορφώσει σε φιλόξενους χώρους. Η παρέμβαση εκείνη, έσωσε τα αρχοντικά, τα οποία σήμερα, πλήρως ανακατασκευασμένα, φιλοξενούν επισκέπτες προσφέροντας όλες τις σύγχρονες ανέσεις.

Τα σημάδια του χρόνου

Οι Κορυσχάδες ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κατηγορία ευρυτανικών χωριών που αποκαλούνται «πολιτοχώρια» οικισμοί δηλαδή που οφείλουν την ευημερία τους στα χρήματα της ξενιτιάς. Το ίδιο χαρακτηριστικό μοιράζονται και άλλα γειτονικά χωριά: το Παλαιό Μικρό Χωριό, ο Μαραθιάς, το Κρίκελλο, η Παλιά Βίνιανη.

Σήμερα, οι λιγοστοί μόνιμοι κάτοικοι, διατηρούν ζωντανή αυτή την κληρονομιά. Ο οικισμός αναπνέει ακόμα. Η κεντρική πλατεία, στρωμένη με πλάκες, δεσπόζει με έναν γιγάντιο πλάτανο και την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, η οποία ανεγέρθηκε το 1865. Από εκεί, κατηφορίζοντας προς τον κάτω μαχαλά, ένα ρέμα συνοδεύει τον περίπατο με το ασταμάτητο κελάρυσμά του, ρέοντας προς τον Καρπενησιώτη ποταμό. Πάνω από τον οικισμό, στον λόφο του Παλαιόκαστρου, κατάλοιπα ενός παλαιοχριστιανικού κάστρου αφήνουν τη φαντασία να περιπλανιέται σε εποχές που η ιστορία τους χάθηκε στο χρόνο.

Η μνήμη της Αντίστασης

Το παλιό σχολείο, ανεγερμένο το 1938, κυριαρχεί στην είσοδο του χωριού. Σήμερα στεγάζει το Μουσείο της Εθνικής Αντίστασης, ένα μνημείο ζωντανό και συγκλονιστικό. Μεταξύ 14 και 27 Μαΐου 1944, εδώ συνεδρίασε το Εθνικό Συμβούλιο, προϊόν μυστικών εκλογών στις οποίες, εν μέσω Κατοχής, συμμετείχαν πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες. Το Συμβούλιο αυτό απέρρεε από την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), που είχε ιδρυθεί δύο μήνες νωρίτερα, στις 10 Μαρτίου 1944, στη Βίνιανη της Ευρυτανίας, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ. Το χωριό φιλοξένησε επίσης το στρατηγείο του ΕΛΑΣ.

Μέσα στο μουσείο, ο χρόνος ξεδιπλώνεται μέσα από το φωτογραφικό αρχείο, του Σπύρου Μελετζή, του εμβληματικού φωτογράφου της Αντίστασης, το πρωτότυπο βρίσκεται στην Αθήνα. Στους τοίχους, οι τοιχογραφίες του Βάλια (Βαλεντίνου) Σαμαρτζίδη, του ζωγράφου της Αντίστασης, αναπαριστούν τόσο τους ήρωες του 1821 όσο και τους αγωνιστές της πιο πρόσφατης ιστορίας. Μια επίσκεψη εδώ αποτελεί βίωμα που αγγίζει την ψυχή.

Ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που προσφέρουν οι Κορυσχάδες είναι πως η ανθεκτικότητα δεν μετριέται μόνο στις πέτρες και τα ξύλα που αψηφούν τον χρόνο. Μετριέται και στις επιλογές που κάνουμε ως κοινωνία, να διαφυλάξουμε ή να αφήσουμε να χαθεί. Εδώ, ανάμεσα σε δασωμένες βουνοκορφές και αμφιθεατρικά κτισμένα αρχοντικά, η μνήμη παραμένει ζωντανή. Όχι επειδή το παρελθόν ήταν τέλειο, αλλά επειδή μας υπενθυμίζει ότι κάθε γενιά κληρονομεί την ευθύνη να μεταφέρει στην επόμενη κάτι περισσότερο από πέτρες, μεταφέρει ιστορίες, αξίες, ταυτότητα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: tornosnews.gr, Φωτογραφίες: Δημήτρης Σταθόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ανάρτηση σχολίου